Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to debilitate
01
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
to make someone or something weaker or less effective
Transitive: to debilitate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debilitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
debilitates
ενεστώτα μετοχή
debilitating
απλός αόριστος
debilitated
παθητική μετοχή
debilitated
Παραδείγματα
The ongoing stress is debilitating his mental health.
Το συνεχές άγχος αποδυναμώνει την ψυχική του υγεία.
Λεξικό Δέντρο
debilitated
debilitating
debilitation
debilitate
ability
able



























