Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debates
Παραδείγματα
The candidates participated in a televised debate to present their views on economic policy.
Οι υποψήφιοι συμμετείχαν σε μια τηλεοπτική συζήτηση για να παρουσιάσουν τις απόψεις τους για την οικονομική πολιτική.
02
διάλογος, συζήτηση
a discussion in which participants present arguments for and against a proposition or idea
Παραδείγματα
The class held a debate on climate change.
Η τάξη πραγματοποίησε διάλογο για την κλιματική αλλαγή.
to debate
01
συζητώ, διαφέρομαι
to formally discuss a matter, usually in a structured setting
Transitive: to debate an issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debate
γ΄ ενικό πρόσωπο
debates
ενεστώτα μετοχή
debating
απλός αόριστος
debated
παθητική μετοχή
debated
Παραδείγματα
The candidates took the stage to debate their views on important issues in front of a live audience
Οι υποψήφιοι ανέβηκαν στη σκηνή για να συζητήσουν τις απόψεις τους για σημαντικά ζητήματα μπροστά σε ένα ζωντανό κοινό.
02
συζητώ, διαφέρω
to think carefully about an issue and consider its advantages and disadvantages before making a decision
Παραδείγματα
The committee debated whether to allocate funds to renovate the park or invest in community outreach programs.
Η επιτροπή συζήτησε αν θα διατεθούν κεφάλαια για την ανακαίνιση του πάρκου ή θα επενδυθούν σε προγράμματα κοινωνικής ενημέρωσης.
03
συζητώ, διαφέρω
to engage in a formal discussion or argument, often in a structured setting
Intransitive
Παραδείγματα
The candidates debated vigorously on live television, discussing their contrasting policies and viewpoints.
Οι υποψήφιοι συζήτησαν ενεργά στην τηλεόραση ζωντανά, συζητώντας τις αντιθετικές πολιτικές και απόψεις τους.
Λεξικό Δέντρο
debatable
debate



























