Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debates
Παραδείγματα
The debate over healthcare reform continues to be a contentious issue in politics.
Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης συνεχίζει να αποτελεί αμφιλεγόμενο ζήτημα στην πολιτική.
02
διάλογος, συζήτηση
a discussion in which participants present arguments for and against a proposition or idea
Παραδείγματα
The discussion became a debate when opposing views emerged.
Η συζήτηση έγινε διάλογος όταν εμφανίστηκαν αντίθετες απόψεις.
to debate
01
συζητώ, διαφέρομαι
to formally discuss a matter, usually in a structured setting
Transitive: to debate an issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debate
γ΄ ενικό πρόσωπο
debates
ενεστώτα μετοχή
debating
απλός αόριστος
debated
παθητική μετοχή
debated
Παραδείγματα
Politicians debated the proposed healthcare reform bill on the floor of the parliament.
Οι πολιτικοί συζήτησαν το προτεινόμενο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης στο πλαίσιο του κοινοβουλίου.
02
συζητώ, διαφέρω
to think carefully about an issue and consider its advantages and disadvantages before making a decision
Παραδείγματα
They debated whether to buy a new car or repair their old one.
Συζήτησαν αν θα αγοράσουν ένα καινούριο αυτοκίνητο ή θα επισκευάσουν το παλιό.
03
συζητώ, διαφέρω
to engage in a formal discussion or argument, often in a structured setting
Intransitive
Παραδείγματα
The members of the committee debated intensely, considering various proposals before reaching a decision.
Τα μέλη της επιτροπής συζήτησαν εντατικά, εξετάζοντας διάφορες προτάσεις πριν λάβουν μια απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
debatable
debate



























