Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deathwatch
01
ρολόι του θανάτου, ξυλοφάγος σκαθάρι
bores through wood making a ticking sound popularly thought to presage death
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deathwatches
02
μικρό άπτερο ψωκοπτερωτό έντομο επιβλαβές για βιβλία και χαρτιά, ψείρα των βιβλίων
minute wingless psocopterous insects injurious to books and papers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deathwatch
death
watch



























