dealership
Pronunciation
/ˈdiɫɝˌʃɪp/

Ορισμός και σημασία του "dealership"στα αγγλικά

01

αντιπροσωπεία, εγκεκριμένος έμπορος

a business authorized to sell and service vehicles from specific automakers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dealerships
Παραδείγματα
The dealership hosted an event to showcase the latest models.
Ο αντιπρόσωπος φιλοξένησε μια εκδήλωση για να παρουσιάσει τα τελευταία μοντέλα.

Λεξικό Δέντρο

dealership
dealer
deal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store