Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Daylight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
daylights
02
φως της ημέρας, ημέρα
light during the daytime
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
daylight
day
light



























