daylight
day
ˈdeɪ
dei
light
laɪt
lait
tail lightk-lyte

Ορισμός και σημασία του "daylight"στα αγγλικά

01

φως της ημέρας, ημέρα

a period of time during the day in which there is light 
daylight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
daylights
02

φως της ημέρας, ημέρα

light during the daytime 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

daylight

day

+

light

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store