Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to daydream
01
ονειροπολώ, οραματίζομαι
to imagine things while one is awake
Intransitive: to daydream | to daydream about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
daydream
γ΄ ενικό πρόσωπο
daydreams
ενεστώτα μετοχή
daydreaming
απλός αόριστος
daydreamed
παθητική μετοχή
daydreamed
Παραδείγματα
During the boring meeting, she couldn't help but daydream about her upcoming vacation.
Κατά τη διάρκεια της βαρετής συνάντησης, δεν μπορούσε παρά να ονειροπολεί για τις επερχόμενες διακοπές της.
Daydream
01
ονειροπόληση, οραματισμός
absentminded dreaming while awake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daydreams
Λεξικό Δέντρο
daydreamer
daydreaming
daydream
day
dream



























