daydream
day
deɪ
ντει
dream
dri:m
ντρημ
/dˈe‍ɪdɹiːm/

Ορισμός και σημασία του "daydream"στα αγγλικά

to daydream
01

ονειροπολώ, οραματίζομαι

to imagine things while one is awake
Intransitive: to daydream | to daydream about sth
to daydream definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
daydream
γ΄ ενικό πρόσωπο
daydreams
ενεστώτα μετοχή
daydreaming
απλός αόριστος
daydreamed
παθητική μετοχή
daydreamed
Παραδείγματα
She spent the afternoon daydreaming by the window, lost in her thoughts.
Πέρασε το απόγευμα ονειροπολώντας δίπλα στο παράθυρο, χαμένη στις σκέψεις της.
01

ονειροπόληση, οραματισμός

absentminded dreaming while awake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daydreams

Λεξικό Δέντρο

daydreamer
daydreaming
daydream

day

+

dream

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store