Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Daydreaming
01
ονειροπόληση, αποσβολώνομαι
the act of getting lost in one's own thoughts and imagination, often about pleasant or unrealistic things
Λεξικό Δέντρο
daydreaming
daydream
day
dream
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ονειροπόληση, αποσβολώνομαι
Λεξικό Δέντρο
day
dream