Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to date back
01
ανατρέχω σε, χρονολογούμαι από
to have origins or existence that extends to a specific earlier time
Intransitive: to date back point in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
date
ενεστώτας
date back
γ΄ ενικό πρόσωπο
dates back
ενεστώτα μετοχή
dating back
απλός αόριστος
dated back
παθητική μετοχή
dated back
Παραδείγματα
The ancient ruins in the valley date back to the time of the Roman Empire.
Τα αρχαία ερείπια στην κοιλάδα χρονολογούνται από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.



























