Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
datable
01
χρονολογήσιμος, που μπορεί να χρονολογηθεί
able to be dated to a specific time
Παραδείγματα
The artifacts discovered in the tomb were easily datable due to the inscriptions that indicated the reign of a specific pharaoh.
Τα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν στον τάφο ήταν εύκολα χρονολογήσιμα λόγω των επιγραφών που υποδείκνυαν τη βασιλεία ενός συγκεκριμένου φαραώ.
Λεξικό Δέντρο
undatable
datable
date



























