datable
Pronunciation
/dˈeɪɾəbəl/

Ορισμός και σημασία του "datable"στα αγγλικά

01

χρονολογήσιμος, που μπορεί να χρονολογηθεί

able to be dated to a specific time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most datable
συγκριτικός βαθμός
more datable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artifacts discovered in the tomb were easily datable due to the inscriptions that indicated the reign of a specific pharaoh.
Τα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν στον τάφο ήταν εύκολα χρονολογήσιμα λόγω των επιγραφών που υποδείκνυαν τη βασιλεία ενός συγκεκριμένου φαραώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store