database
Pronunciation
/ˈdætəˌbeɪs/, /ˈdeɪtəˌbeɪs/

Ορισμός και σημασία του "database"στα αγγλικά

01

βάση δεδομένων, τράπεζα δεδομένων

a large structure of data stored in a computer that makes accessing necessary information easier
database definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
databases
Παραδείγματα
The research project used a database to store and analyze large sets of experimental data, facilitating data-driven conclusions.
Το ερευνητικό έργο χρησιμοποίησε μια βάση δεδομένων για την αποθήκευση και ανάλυση μεγάλων συνόλων πειραματικών δεδομένων, διευκολύνοντας συμπεράσματα που βασίζονται σε δεδομένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store