Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Darning
01
μπόλιασμα, επιδιόρθωση
a sewing technique that involves repairing holes or tears in fabric by weaving or sewing new threads over the damaged area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
darnings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
darning
darn



























