Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alderman
01
δημοτικός σύμβουλος, αλτερμάν
an elected member of a municipal council, responsible for representing and making decisions on behalf of a specific district or ward within a city
Παραδείγματα
Emily 's decision to run for alderman stemmed from her desire to contribute positively to her community and address issues affecting her neighborhood.
Η απόφαση της Έμιλυ να κατέβει υποψήφια ως δημοτική σύμβουλος προέκυψε από την επιθυμία της να συνεισφέρει θετικά στην κοινότητά της και να αντιμετωπίσει ζητήματα που επηρεάζουν τη γειτονιά της.
Λεξικό Δέντρο
aldermanic
alderman



























