Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
danish
01
δανικός
belonging or relating to Denmark, its people, and language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Danish flag, known as the Dannebrog, is the oldest national flag in the world.
Η δανική σημαία, γνωστή ως Dannebrog, είναι η παλαιότερη εθνική σημαία στον κόσμο.
Danish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Learning Danish helped him communicate with locals during his stay in Denmark.
Η εκμάθηση των Δανικών του βοήθησε να επικοινωνήσει με τους ντόπιους κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Δανία.
02
Δανός, Δανική ζαχαροπλαστική
a type of sweet pastry that originated in Denmark and is made from a laminated yeast dough that is filled with a variety of sweet fillings, such as fruit, custard, or cream cheese
Dialect
American



























