Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dandle
01
κουνώ, κουνάω απαλά πάνω-κάτω
to gently bounce or playfully move a small child or infant up and down on one's knee or in one's arms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dandle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dandles
ενεστώτα μετοχή
dandling
απλός αόριστος
dandled
παθητική μετοχή
dandled
02
χαϊδεύω, καμακώνω
pet



























