to dandle
Pronunciation
/dˈændəl/

Ορισμός και σημασία του "dandle"στα αγγλικά

to dandle
01

κουνώ, κουνάω απαλά πάνω-κάτω

to gently bounce or playfully move a small child or infant up and down on one's knee or in one's arms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dandle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dandles
ενεστώτα μετοχή
dandling
απλός αόριστος
dandled
παθητική μετοχή
dandled
02

χαϊδεύω, καμακώνω

pet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store