Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dancing partner
01
σύντροφος χορού, χορευτικός σύντροφος
someone with whom one engages in dancing, typically as part of a pair or couple
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dancing partners
Παραδείγματα
As a dancing partner, he provided steady support and guidance, allowing his partner to shine on the dance floor.
Ως χορευτικός σύντροφος, παρείχε σταθερή υποστήριξη και καθοδήγηση, επιτρέποντας στον σύντροφό του να λάμψει στο πάτωμα του χορού.



























