dampness
damp
ˈdæmp
dāmp
ness
nəs
nēs
darknessdaftnessdankness

Ορισμός και σημασία του "dampness"στα αγγλικά

01

υγρασία, υγρότητα

the condition of having a slight amount of moisture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The dampness in the room made it feel muggy and uninviting. 

Η υγρασία στο δωμάτιο το έκανε να φαίνεται αποπνικτικό και μη καλοδεχούμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dampness
damp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store