damned
damned
dɑ:md
daamd
darned

Ορισμός και σημασία του "damned"στα αγγλικά

01

καταραμένος, αναθεματισμένος

expressing anger, frustration, or contempt 
Dialectamerican flagAmerican
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damned
συγκριτικός βαθμός
more damned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, language
Παραδείγματα
I'm sick of their damned excuses every single time. 

Βαρέθηκα τις καταραμένες δικαιολογίες τους κάθε φορά.

02

καταραμένος, καταδικασμένος στην κόλαση

in danger of the eternal punishment of Hell 
01

καταραμένοι, καταδικασμένοι

people who are condemned to eternal punishment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
damned
01

καταραμένα, καταδικασμένα

in a damnable manner 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

damned
damn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store