damn
damn
dæm
νταιμ
/dˈæm/

Ορισμός και σημασία του "damn"στα αγγλικά

01

Γαμώτο, Ανάθεμα

used to express frustration or disappointment
damn definition and meaning
Informal
Vulgar
Παραδείγματα
Damn, I just spilled coffee all over my keyboard.
Γαμώτο, μόλις χύθηκε καφές σε όλο το πληκτρολόγιο.
02

Ανάθεμα, Γαμώτο

used to express surprise or astonishment
damn definition and meaning
Παραδείγματα
Damn, he finished the race in record time!
Γαμώτο, τελείωσε τον αγώνα σε ρεκόρ χρόνο!
01

καταραμένος, αναθεματισμένος

used as expletives
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
02

καταραμένος, θεόρατος

expletives used informally as intensifiers
to damn
01

καταριέμαι, αποκηρύσσω

wish harm upon; invoke evil upon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
damn
γ΄ ενικό πρόσωπο
damns
ενεστώτα μετοχή
damning
απλός αόριστος
damned
παθητική μετοχή
damned
01

καταραμένα, γαμώτο

used to add emphasis or intensity to a statement
Informal
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She 's damn lucky she was n't hurt in that crash.
Είναι παραδόξως τυχερή που δεν τραυματίστηκε σε εκείνο το ατύχημα.
01

τίποτα, ασήμαντο πράγμα

something of little value
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store