damn
damn
dæm
dām
damon

Ορισμός και σημασία του "damn"στα αγγλικά

01

Γαμώτο, Ανάθεμα

used to express frustration or disappointment 
damn definition and meaning
ανεπίσημο
χυδαίο
Παραδείγματα
Damn, I failed the exam again. 

Γαμώτο, απέτυχα ξανά στις εξετάσεις.

02

Ανάθεμα, Γαμώτο

used to express surprise or astonishment 
damn definition and meaning
Παραδείγματα
Damn, she's good at playing the piano! 

Γαμώτο, είναι καλή στο πιάνο!

01

καταραμένος, αναθεματισμένος

used as expletives 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
02

καταραμένος, θεόρατος

expletives used informally as intensifiers 
to damn
01

καταριέμαι, αποκηρύσσω

wish harm upon; invoke evil upon 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
damn
γ΄ ενικό πρόσωπο
damns
ενεστώτα μετοχή
damning
απλός αόριστος
damned
παθητική μετοχή
damned
01

καταραμένα, γαμώτο

used to add emphasis or intensity to a statement 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
That's a damn good burger – best I've had in years. 

Αυτό είναι ένα καταραμένο καλό burger – το καλύτερο που έχω φάει εδώ και χρόνια.

01

τίποτα, ασήμαντο πράγμα

something of little value 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
damns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store