Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
damn
01
Γαμώτο, Ανάθεμα
used to express frustration or disappointment
Informal
Vulgar
Παραδείγματα
Damn, I just spilled coffee all over my keyboard.
Γαμώτο, μόλις χύθηκε καφές σε όλο το πληκτρολόγιο.
02
Ανάθεμα, Γαμώτο
used to express surprise or astonishment
Παραδείγματα
Damn, he finished the race in record time!
Γαμώτο, τελείωσε τον αγώνα σε ρεκόρ χρόνο!
damn
01
καταραμένος, αναθεματισμένος
used as expletives
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
02
καταραμένος, θεόρατος
expletives used informally as intensifiers
to damn
01
καταριέμαι, αποκηρύσσω
wish harm upon; invoke evil upon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
damn
γ΄ ενικό πρόσωπο
damns
ενεστώτα μετοχή
damning
απλός αόριστος
damned
παθητική μετοχή
damned
damn
01
καταραμένα, γαμώτο
used to add emphasis or intensity to a statement
Informal
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She 's damn lucky she was n't hurt in that crash.
Είναι παραδόξως τυχερή που δεν τραυματίστηκε σε εκείνο το ατύχημα.
Damn
01
τίποτα, ασήμαντο πράγμα
something of little value
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























