damaged
da
ˈdæ
maged
mɪʤd
mijd

Ορισμός και σημασία του "damaged"στα αγγλικά

01

κατεστραμμένος, χαλασμένος

(of a person or thing) harmed or spoiled 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaged
συγκριτικός βαθμός
more damaged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, objects, state
Παραδείγματα
The damaged car had dents and scratches from the accident. 

Το κατεστραμμένο αυτοκίνητο είχε βαθούλωμα και γρατζουνιές από το ατύχημα.

02

δυσφημισμένος, συκοφαντημένος

being unjustly brought into disrepute 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undamaged
damaged
damage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store