Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
damaged
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
(of a person or thing) harmed or spoiled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaged
συγκριτικός βαθμός
more damaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The damaged book had torn pages and a cracked spine.
Το κατεστραμμένο βιβλίο είχε σκισμένες σελίδες και ραγισμένη ράχη.
02
δυσφημισμένος, συκοφαντημένος
being unjustly brought into disrepute
Λεξικό Δέντρο
undamaged
damaged
damage



























