damaged
Pronunciation
/ˈdæmədʒd/, /ˈdæmɪdʒd/

Ορισμός και σημασία του "damaged"στα αγγλικά

01

κατεστραμμένος, χαλασμένος

(of a person or thing) harmed or spoiled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaged
συγκριτικός βαθμός
more damaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The damaged book had torn pages and a cracked spine.
Το κατεστραμμένο βιβλίο είχε σκισμένες σελίδες και ραγισμένη ράχη.
02

δυσφημισμένος, συκοφαντημένος

being unjustly brought into disrepute

Λεξικό Δέντρο

undamaged
damaged
damage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store