Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
damaged
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
(of a person or thing) harmed or spoiled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaged
συγκριτικός βαθμός
more damaged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, objects, state
Παραδείγματα
The damaged car had dents and scratches from the accident.
Το κατεστραμμένο αυτοκίνητο είχε βαθούλωμα και γρατζουνιές από το ατύχημα.
02
δυσφημισμένος, συκοφαντημένος
being unjustly brought into disrepute
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undamaged
damaged
damage



























