Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dalliance
01
φλερτ, παιχνίδι
playful behavior intended to arouse sexual interest
02
τεμπελιά, ερασιτεχνισμός
the deliberate act of delaying and playing instead of working
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























