Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dairyman
01
γαλακτοπαραγωγός, διευθυντής γαλακτοκομείου
the owner or manager of a dairy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dairymen
02
γαλακτοπαραγωγός, τυροκόμος
a man who manages or works on a farm producing milk and dairy products
Παραδείγματα
The dairyman cleans the barns and maintains the equipment.
Ο γαλακτοπαραγωγός καθαρίζει τους αχυρώνες και συντηρεί τον εξοπλισμό.



























