dairyman
dai
ˈdɛ
de
ry
ri
ri
man
mæn
mān
/dˈe‍əɹɪmən/

Ορισμός και σημασία του "dairyman"στα αγγλικά

01

γαλακτοπαραγωγός, διευθυντής γαλακτοκομείου

the owner or manager of a dairy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dairymen
02

γαλακτοπαραγωγός, τυροκόμος

a man who manages or works on a farm producing milk and dairy products
Παραδείγματα
The dairyman cleans the barns and maintains the equipment.
Ο γαλακτοπαραγωγός καθαρίζει τους αχυρώνες και συντηρεί τον εξοπλισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store