cyst
cyst
sɪst
σιστ
/sˈɪst/

Ορισμός και σημασία του "cyst"στα αγγλικά

01

κύστη

a growth with abnormal features that appears in the body and contains fluid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cysts
02

κύστη, φυσαλίδα

a small anatomically normal sac or bladderlike structure (especially one containing fluid)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store