cymry
cym
ˈkʌm
kam
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "cymry"στα αγγλικά

01

Ουαλός, κάτοικος της Ουαλίας

a native or resident of Wales 
cymry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Cymry

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store