cyclical
cyc
ˈsɪk
sik
li
li
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "cyclical"στα αγγλικά

01

κυκλικός, περιοδικός

occurring in a repeated sequence, often following a pattern 
cyclical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cyclical
συγκριτικός βαθμός
more cyclical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
patterns, processes, nature
Παραδείγματα
Many natural processes, such as migration patterns and animal breeding cycles, are cyclical in nature. 

Πολλές φυσικές διαδικασίες, όπως τα μοτίβα μετανάστευσης και οι κύκλοι αναπαραγωγής των ζώων, είναι κυκλικές στη φύση τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cyclically
noncyclical
cyclical
cyclic
cycle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store