Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cutting board
01
ξύλο κοπής, κουζινέτσα
a wooden or plastic board on which meat or vegetables are cut
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cutting boards



























