customer
Pronunciation
/ˈkʌstəmɚ/

Ορισμός και σημασία του "customer"στα αγγλικά

01

πελάτης, αγοραστής

a person, organization, company, etc. that pays to get things from businesses or stores
customer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
customers
Παραδείγματα
The store 's policy is ' the customer is always right'.
Η πολιτική του καταστήματος είναι 'ο πελάτης έχει πάντα δίκιο'.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store