customizable
cus
ˈkʌs
κασ
to
τα
mi
maɪ
μαι
zable
zəbl
ζαμπλ

Ορισμός και σημασία του "customizable"στα αγγλικά

customizable
01

προσαρμόσιμος

capable of being modified or tailored to meet specific preferences or requirements 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most customizable
συγκριτικός βαθμός
more customizable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
software, products, design
Παραδείγματα
The software comes with customizable settings that allow users to personalize their experience. 

Το λογισμικό έρχεται με προσαρμόσιμες ρυθμίσεις που επιτρέπουν στους χρήστες να εξατομικεύουν την εμπειρία τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

customizable
customize
custom
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store