Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
customizable
01
προσαρμόσιμος
capable of being modified or tailored to meet specific preferences or requirements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most customizable
συγκριτικός βαθμός
more customizable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The smartphone allows for customizable home screen layouts and app arrangements.
Το smartphone επιτρέπει προσαρμόσιμες διατάξεις οθόνης και διατάξεις εφαρμογών.
Λεξικό Δέντρο
customizable
customize
custom



























