Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
customizable
01
προσαρμόσιμος
capable of being modified or tailored to meet specific preferences or requirements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most customizable
συγκριτικός βαθμός
more customizable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The software comes with customizable settings that allow users to personalize their experience.
Το λογισμικό έρχεται με προσαρμόσιμες ρυθμίσεις που επιτρέπουν στους χρήστες να εξατομικεύουν την εμπειρία τους.
Λεξικό Δέντρο
customizable
customize
custom



























