custom-made
cus
kʌs
κασ
tom
təm
ταμ
made
meɪd
μειντ
/kˈʌstəmmˈeɪd/

Ορισμός και σημασία του "custom-made"στα αγγλικά

01

κατασκευασμένο κατά παραγγελία, εξατομικευμένο

an item designed and created to meet an individual's specific needs or preferences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
custom-mades
custom-made
01

κατασκευασμένος κατά παραγγελία, εξατομικευμένος

designed and made to meet the needs of a particular individual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most custom-made
συγκριτικός βαθμός
more custom-made
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store