Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuss
01
τύπος, άντρας
a male individual
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He's a good-natured cuss despite his gruff exterior.
Είναι ένας τύπος καλής φύσης παρά το τραχύ εξωτερικό του.
02
ενοχλητικός άνθρωπος, προβληματικός τύπος
a person who is habitually troublesome or irritating
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cusses
Παραδείγματα
That old cuss down the street complains about every little noise.
Αυτός ο γέρος γκρινιάρης στο τέλος του δρόμου παραπονιέται για κάθε μικρό θόρυβο.
03
μια βρισιά, μια βλασφημία
a swear word or profane expression, typically uttered in anger, frustration, or surprise
Παραδείγματα
He let out a loud cuss when he stubbed his toe.
Έβγαλε ένα δυνατό βρισιά όταν χτύπησε το δάχτυλο του ποδιού του.
to cuss
01
βρίζω, καταριέμαι
to express oneself using impolite language
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cuss
γ΄ ενικό πρόσωπο
cusses
ενεστώτα μετοχή
cussing
απλός αόριστος
cussed
παθητική μετοχή
cussed
Παραδείγματα
In the middle of the chaotic kitchen, the frustrated chef began to cuss while trying to salvage the burning dish.
Στη μέση του χαοτικής κουζίνας, ο απογοητευμένος σεφ άρχισε να βρίζει ενώ προσπαθούσε να σώσει το πιάτο που έκαιγε.



























