curved shape
curved
kɜ:vd
κερβντ
shape
ʃeɪp
σειπ
/kˈɜːvd ʃˈeɪp/

Ορισμός και σημασία του "curved shape"στα αγγλικά

01

καμπύλο σχήμα, καμπυλότητα

the trace of a point whose direction of motion changes
curved shape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curved shapes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store