curved shape
curved
kɜ:vd
κερβντ
shape
ʃeɪp
σειπ

Ορισμός και σημασία του "curved shape"στα αγγλικά

01

καμπύλο σχήμα, καμπυλότητα

the trace of a point whose direction of motion changes 
curved shape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
curved shapes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store