Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curtsy
01
υπόκλιση, χαιρετισμός
a formal gesture of respect or greeting, performed by women or girls, involving a slight lowering of the body by bending the knees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curtsies
Παραδείγματα
She gave a graceful curtsy before entering the ballroom.
Έκανε μια κομψή υπόκλιση πριν μπει στην αίθουσα χορού.
to curtsy
01
κάνω υπόκλιση, λυγίζω τα γόνατα με σεβασμό
(of women or girls) to perform the respectful gesture of bending the knees slightly as a form of greeting or deference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
curtsy
γ΄ ενικό πρόσωπο
curtsies
ενεστώτα μετοχή
curtsying
απλός αόριστος
curtsied
παθητική μετοχή
curtsied
Παραδείγματα
She curtsied before the monarch with practiced ease.
Έκανε υπόκλιση μπροστά στον μονάρχη με εξασκημένη ευκολία.



























