curtsy
curt
ˈkɜ:t
kēt
sy
si
si
curtly

Ορισμός και σημασία του "curtsy"στα αγγλικά

01

υπόκλιση, χαιρετισμός

a formal gesture of respect or greeting, performed by women or girls, involving a slight lowering of the body by bending the knees 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curtsies
Παραδείγματα
She gave a graceful curtsy before entering the ballroom. 

Έκανε μια κομψή υπόκλιση πριν μπει στην αίθουσα χορού.

to curtsy
01

κάνω υπόκλιση, λυγίζω τα γόνατα με σεβασμό

(of women or girls) to perform the respectful gesture of bending the knees slightly as a form of greeting or deference 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
curtsy
γ΄ ενικό πρόσωπο
curtsies
ενεστώτα μετοχή
curtsying
απλός αόριστος
curtsied
παθητική μετοχή
curtsied
Παραδείγματα
She curtsied before the monarch with practiced ease. 

Έκανε υπόκλιση μπροστά στον μονάρχη με εξασκημένη ευκολία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store