curricular
Pronunciation
/kɝˈɪkjəˌɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "curricular"στα αγγλικά

curricular
01

προγραμματικός, εκπαιδευτικός

relating to the topics that a course of study in a school or college consists of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee reviewed the curricular structure to better align with industry needs.
Η επιτροπή εξέτασε τη διδακτέα ύλη για να ευθυγραμμιστεί καλύτερα με τις ανάγκες της βιομηχανίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store