curricular
cu
rri
ˈrɪ
ri
cu
kjʊ
kyoo
lar
testicularvehiculararticularperpendicular

Ορισμός και σημασία του "curricular"στα αγγλικά

curricular
01

προγραμματικός, εκπαιδευτικός

relating to the topics that a course of study in a school or college consists of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She focused on improving the curricular materials for the history course. 

Συγκεντρώθηκε στη βελτίωση των διδακτικών υλικών για το μάθημα της ιστορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store