Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Currant
01
σταφίδα Κορίνθου, αποξηραμένο σταφύλι χωρίς κουκούτσια
a small, dark, and dried grape that does not have seeds, particularly used in cakes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
currants
Παραδείγματα
She added a handful of currants to the muffin batter, infusing the breakfast treats with bursts of sweet flavor.
Πρόσθεσε μια χούφτα σταφίδα στο μείγμα των muffins, δίνοντας στα πρωινά γλυκά εκρήξεις γλυκιάς γεύσης.
02
φραγκοστάφυλο, σταφίδα Κορίνθου
a small, tart, edible berry that grows in clusters on shrubs
Παραδείγματα
She added red currants to the tart.
Πρόσθεσε φραγκοστάφυλα στην τάρτα.
03
φραγκοστάφυλο, θάμνος ρίμπες
any of various deciduous shrubs of the genus Ribes that bear currant berries
Παραδείγματα
The garden had several currant shrubs.
Ο κήπος είχε αρκετούς θάμνους φραγκοστάφυλου.



























