Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curling iron
01
σιδερόκτυπα, συσκευή για μπούκλες
an electric device with a hot rod that is used in order to make someone's hair look curly
Dialect
American
curling tongs
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curling irons



























