curative
Pronunciation
/ˈkjʊɹətɪv/

Ορισμός και σημασία του "curative"στα αγγλικά

01

θεραπευτικό, φάρμακο

a treatment, drug, or procedure intended to heal illness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curatives
Παραδείγματα
This curative is effective against several strains of the virus.
Αυτό το θεραπευτικό είναι αποτελεσματικό εναντίον πολλών στελεχών του ιού.
01

θεραπευτικός, ιαματικός

able to heal or relieve a medical condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curative
συγκριτικός βαθμός
more curative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Some teas are curative for digestive problems.
Μερικά τσάι είναι θεραπευτικά για τα προβλήματα πέψης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store