cupful
cup
ˈkʌp
kap
ful
fʊl
fool
capful

Ορισμός και σημασία του "cupful"στα αγγλικά

01

φλιτζάνι, ποσότητα ενός φλιτζανιού

the amount that fills a cup, typically a standard measuring cup used in cooking and baking 
cupful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cupfuls
Παραδείγματα
The recipe called for two cupfuls of flour to make the dough. 

Η συνταγή ζητούσε δύο φλιτζάνια αλεύρι για να φτιάξει τη ζύμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store