Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cumulus
01
σωρός, σωρεία
a collection of objects laid on top of each other
02
σωρειτώδης νέφος, σωρειτοειδές σύννεφο
a globular cloud
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cumuli



























