Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
culpable
01
ένοχος, υπεύθυνος
responsible for an act that is morally or legally wrong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most culpable
συγκριτικός βαθμός
more culpable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The driver was found culpable for the accident.
Ο οδηγός κρίθηκε ένοχος για το ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
culpability
culpableness
culpably
culpable
culp



























