Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Culmination
01
αποκορύφωση, λήξη
a concluding action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
culminations
Παραδείγματα
The grand ceremony was the culmination of months of hard work and preparation.
Η μεγάλη τελετή ήταν το αποκορύφωμα μηνών σκληρής δουλειάς και προετοιμασίας.
03
αποκορύφωμα, κορύφωση
the decisive moment in a novel or play
04
κορύφωση, ανώτατο σημείο
(astronomy) a heavenly body's highest celestial point above an observer's horizon



























