cufflink
cuff
ˈkʌf
καφ
link
lɪnk
λινκ

Ορισμός και σημασία του "cufflink"στα αγγλικά

01

μανικετόκουμπο, κουμπί μανικιού

each of the pair of decorative buttons linked to a man's shirt cuff 
cufflink definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cufflinks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cufflink

cuff

+

link

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store