Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuff
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuffs
Παραδείγματα
He rolled up the cuffs of his shirt before starting the manual labor, ensuring they wouldn't get in the way.
Τύλιξε τις μανσέτες του πουκάμισου πριν ξεκινήσει τη χειρωνακτική εργασία, διασφαλίζοντας ότι δεν θα εμποδίσουν.
02
χειροπέδα, βραχιόλι
a metal shackle that encircles the wrist and can be locked, typically used in pairs
Παραδείγματα
The suspect was placed in cuffs by the officer.
Ο ύποπτος τοποθετήθηκε σε χειροπέδες από τον αξιωματικό.
to cuff
01
περιβάλλω σε χειροπέδες, βάζω χειροπέδες
to restrain someone by securing their wrists together, often using a device, commonly done by law enforcement during an arrest or to maintain control
Transitive: to cuff sb
Παραδείγματα
The police officer decided to cuff the suspect to ensure safety during the arrest.
Ο αστυνομικός αποφάσισε να περιλάβει τον ύποπτο για να εξασφαλίσει την ασφάλεια κατά τη σύλληψη.
02
χαστουκίζω ελαφρά, χτυπώ παιχνιδιάρικα
to strike someone lightly or playfully with an open hand
Transitive: to cuff a person or body part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cuff
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuffs
ενεστώτα μετοχή
cuffing
απλός αόριστος
cuffed
παθητική μετοχή
cuffed
Παραδείγματα
He cuffed his friend on the back of the head after the prank was revealed.
Χτύπησε τον φίλο του στο πίσω μέρος του κεφαλιού αφού αποκαλύφθηκε η φάρσα.



























