Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cuddle
01
αγκαλιάζω, χαιδεύω
to hold close in one's arms or embrace affectionately, especially in a loving or comforting manner
Intransitive
Transitive: to cuddle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cuddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuddles
ενεστώτα μετοχή
cuddling
απλός αόριστος
cuddled
παθητική μετοχή
cuddled
Παραδείγματα
After a long day, she loves to cuddle with her partner on the couch to relax and unwind.
Μετά από μια μακριά μέρα, της αρέσει να αγκαλιάζεται με τον σύντροφό της στον καναπέ για να χαλαρώσει και να ξεκουραστεί.
02
αγκαλιάζομαι, κουλουριάζομαι
to settle into a snug, warm, and comfortable position
Intransitive
Παραδείγματα
She cuddled under the blanket, feeling the warmth wrap around her.
Κουλουριάστηκε κάτω από την κουβέρτα, νιώθοντας τη ζεστασιά να τη τυλίγει.
Cuddle
01
αγκαλιά, στοργική αγκαλιά
a close and affectionate (and often prolonged) embrace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuddles
Λεξικό Δέντρο
cuddling
cuddle



























