Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuboid
01
κυβοειδές, ορθογώνιο πρίσμα
a three-dimensional geometric shape with six rectangular faces, resembling a box or a rectangular prism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cuboids
cuboid
01
κυβοειδής, σε σχήμα κύβου
shaped like a cube
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cuboid
συγκριτικός βαθμός
more cuboid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, shape, mathematics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cuboidal
cuboid



























