alacrity
a
ə
ē
lac
ˈlæk
lāk
ri
ri
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "alacrity"στα αγγλικά

01

προθυμία, ενθουσιασμός

readiness or willingness that is quick and enthusiastic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alacrities
Παραδείγματα
She accepted the invitation with great alacrity, eager to attend the event. 

Δέχτηκε την πρόσκληση με μεγάλη προθυμία, ανυπομονώντας να παραστεί στην εκδήλωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store