alacrity
Pronunciation
/əˈɫækɹəti/

Ορισμός και σημασία του "alacrity"στα αγγλικά

01

προθυμία, ενθουσιασμός

readiness or willingness that is quick and enthusiastic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He responded to the job offer with alacrity, thrilled by the opportunity.
Απάντησε στην προσφορά εργασίας με προθυμία, ενθουσιασμένος από την ευκαιρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store