crybaby
cry
ˈkraɪ
krai
ba
beɪ
bei
by
bi
bi
cry-baby

Ορισμός και σημασία του "crybaby"στα αγγλικά

01

κλαψιάρης, γκρινιάρης

a person who complains excessively or cries easily, seen as weak or immature 
crybaby definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crybabies
Παραδείγματα
Stop being a crybaby and deal with it. 

Σταμάτα να είσαι κλαψιάρης και αντιμετώπισέ το.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

crybaby

cry

+

baby

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store