Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crust
01
φλοιός, φλοιός της Γης
the outermost layer of the Earth, consisting of solid rock and divided into the continental crust and the oceanic crust
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crusts
Παραδείγματα
The Earth 's crust is divided into tectonic plates that move and interact, leading to phenomena like earthquakes and volcanic activity.
Η φλούδα της Γης χωρίζεται σε τεκτονικές πλάκες που κινούνται και αλληλεπιδρούν, οδηγώντας σε φαινόμενα όπως σεισμοί και ηφαιστειακή δραστηριότητα.
02
θρασύτητα, αδιαντροπιά
the trait of being rude and impertinent; inclined to take liberties
03
φλοιός, σκληρή εξωτερική στρώση
a hard outer layer that covers something
to crust
01
σχηματίζω κρούστα, κρούστα
to form a hard outer layer or covering on the surface of something, often as a result of baking, drying, or cooling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crust
γ΄ ενικό πρόσωπο
crusts
ενεστώτα μετοχή
crusting
απλός αόριστος
crusted
παθητική μετοχή
crusted
Παραδείγματα
While preparing the meal, the sauce was crusting over as it cooled on the stove.
Ενώ ετοίμαζα το γεύμα, η σάλτσα σχημάτιζε κρούστα καθώς κρύωνε στη σόμπα.
Λεξικό Δέντρο
crustal
crustlike
crusty
crust



























